ζωγραφιά

ζωγραφιά
η
1) картина, картинка, рисунок, иллюстрация;

βιβλίο με ζωγραφιάές — книга с иллюстрациями;

ζωγραφιά στον τοίχο — фреска;

2) перен. портрет;

§ είναι μιά ζωγραφιά — она — настоящая картинка


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "ζωγραφιά" в других словарях:

  • ζωγραφία — ζωγραφίᾱ , ζωγραφία art of painting fem nom/voc/acc dual ζωγραφίᾱ , ζωγραφία art of painting fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ζωγραφιά — Πεδινός οικισμός (υψόμ. 120 μ., 19 κάτ.) του νομού Καρδίτσης. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Ιθώμης. * * * και ζουγραφιά και ζωγραφιά, η (AM ζωγραφία) [ζωγράφος] νεοελλ. 1. εικόνα ζωγραφισμένη με χρώματα, έργο ζωγραφικής, πολύχρωμη εικόνα 2.… …   Dictionary of Greek

  • ζωγραφίᾳ — ζωγραφίαι , ζωγραφία art of painting fem nom/voc pl ζωγραφίᾱͅ , ζωγραφία art of painting fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ζωγραφιά — η 1. έργο ζωγραφικής. 2. εικόνα πολύχρωμη: Τα παιδικά βιβλία έχουν πολλές ζωγραφιές. 3. ομορφιά: Είναι μια ζωγραφιά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ζωγραφίας — ζωγραφίᾱς , ζωγραφία art of painting fem acc pl ζωγραφίᾱς , ζωγραφία art of painting fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ζωγραφίαι — ζωγραφία art of painting fem nom/voc pl ζωγραφίᾱͅ , ζωγραφία art of painting fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ζωγραφίαν — ζωγραφίᾱν , ζωγραφία art of painting fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ζωγραφιῶν — ζωγραφία art of painting fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ζωγραφίαις — ζωγραφία art of painting fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ζωγραφίη — ζωγραφία art of painting fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ζωγραφίης — ζωγραφία art of painting fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»